Home arrow Sections arrow Articles arrow the hiphop project

Radio Show

More News

Mash out Jam | Live Hip-Hop Party - 22/4/2017
 Old School Hip-Hop party στις 22 Απριλίου 2017. Entrance Fee: 6eu Doors Open: 8:30pm  ...
Read More ...
The Cyprus Hip-Hop Festival 2016 - 28/8/2016
 Ο Αύγουστος θα κλείσει και φέτος &m...
Read More ...
Summer Hop (Hip Hop Festival - 30/7/2016
 Το Summer Hop (Hip Hop Festival) διεξάγεται για πρώτη φορά φέτ&omicr...
Read More ...
XAOS - Monday the 25th
 Ο Ανδρέας Ευαγγέλου και ο Κλεάνθ&eta...
Read More ...
T.E.A.M. - Raise your voice 1/7/2016
Οι True Enforcers of Advance Movement παρουσιάζουν την 1η Ιουλίο&u...
Read More ...
UchihaRapFam presents: Ήταν Τζαιρός" - 15/6/2016
 H UchihaRap Familia παρουσιάζει το live "Ηταν Τζαιρός". &Omic...
Read More ...
Beats4Unit Vol.2 - 25/6/2016
 Beats4Unity is a street festival promoting alternative urban culture through the hip-hop elements: breaking, MCing, DJing and graffiti. Taking place in the buffer zone, people from both com...
Read More ...
the hiphop project Εκτύπωση E-mail
Αξιολόγηση χρήστη: / 14
ΦτωχόΑριστο 
12.07.05

Image Το άρθρο που ακολουθεί το βρήκαμε σε μία ιστοσελίδα για το ελληνικό hiphop.

Μας έχει κάνει ιδιαίτερη εντύπωση και γι’ αυτό πήραμε την άδεια του συγγραφέα για να το δημοσιεύσουμε στο site μας αφού για κάποιο λόγο χάθηκε από την αρχική σελίδα που το φιλοξενούσε.

Είναι κάπως μεγάλο αλλά υποσχόμαστε πως αξίζει τον κόπο.
Διαβάστε το και τα σχόλια σας στο σχετικό θέμα στο forum…

the
hip hop
project

editorial
(ή αλλιώς μικρό εισαγωγικό σημείωμα)

Πριν ξεκινήσω αυτό το κείμενο θα ήθελα να παραθέσω τους λόγους για τους οποίους γραφτήκανε όσα θα διαβάσετε, όχι μόνο για να ξεκαθαρίσω τη θέση μου αλλά κυρίως προς αποφυγή παρεξηγήσεων που τόσο πια ευδοκιμούν στον χώρο του ελληνικού hip-hop. Με αφορμή μια εργασία – έρευνα που ανατέθηκε σε μένα και λοιπούς συμφοιτητές μου, μου δόθηκε ένα κίνητρο για κάτι που ήθελα να κάνω εδώ και καιρό. Την συγγραφή ενός κειμένου με θεματική την κουλτούρα του hip-hop. Ενώ αρχικά στόχευα σε μια έρευνα που θα εξέταζε την rap μουσική ως παγκόσμιο και στην συνέχεια ως τοπικό φαινόμενο, στην πορεία αναθεώρησα και κατάλαβα ότι αυτό που ουσιαστικά με ενδιέφερε ήταν το «ελληνικό γίγνεσθαι». Όταν άλλαξε το θέμα, άλλαξε και ο στόχος, και όταν άλλαξε ο στόχος, άλλαξε με την σειρά του το «ύφος» του κειμένου. Το αρχικό αποτέλεσμα δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα επίσημο άρθρο που θα μπορούσε κάλλιστα να είχε συνταχθεί από κάποιον θεωρητικό ή μελετητή αλλά σε καμία περίπτωση λάτρη και χρόνια ακροατή της εν λόγω μουσικής. Κοινώς ήταν βαρετό, κι αν δεν κατέληγε στο δικό μου καλάθι αχρήστων, θα κατέληγε σίγουρα στο δικό σας. Σε καμία περίπτωση δεν επικρατούσε η επιθυμητή αμεσότητα. Και επειδή hip-hop δεν είναι μόνο μουσική, κουλτούρα, τρόπος ζωής αλλά και μια πληθώρα πολλών άλλων πραγμάτων και καταστάσεων, ένα βαρετό και αποστειρωμένο κείμενο για το hip-hop, πολύ απλά δεν θα ήταν hip-hop.

Δεν ραπάρω, δεν κάνω graffiti και break και τα μοναδικά scratches, είναι κατά λάθος όταν παλεύω να αλλάξω τον δίσκο. «Μα λατρεύω το hip-hop», δέκα + «χρόνια τώρα που συμπεριφέρομαι και ζω hip-hop, είμαι hip-hop, ήμουν πάντα hip-hop, πριν γίνει μόδα το hip-hop» και ο λόγος που έγραψα αυτά που έγραψα είναι επειδή και εγώ «ονειρεύομαι, hip-hop, ένα ενωμένο hip-hop, ένα επικίνδυνο hip-hop». Καλώς ή κακώς δεν γνωρίζω προσωπικά ούτε ένα (άντε καλά! ένα!) από τα ονόματα που θα αναφέρω, πράγμα που σημαίνει ότι όλα τα αρνητικά και όλα τα θετικά δεν πηγάζουν ούτε από έχθρες, ούτε από φιλίες. Η κριτική που θα ασκήσω δεν γίνεται ούτε επειδή έπληττα, ούτε επειδή δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω, ούτε επειδή ήθελα να ικανοποιήσω κάποια ματαιόδοξη «έμπνευση», αλλά για τον εξής απλό λόγο: Για διά-λογο. Να αντικρίσουμε και να παραθέσουμε τα πράγματα ως έχουν και να προτείνουμε επιτέλους λύσεις γι’ αυτό το δύστυχο ελληνικό hip-hop, που και κινείται αλλά και «βαλτώνει». Το παράδοξο της όλης υπόθεσης είναι ότι ενώ η rap είναι στην ουσία της Λόγος «έμμετρος, απέραντος, τετραπέρατος» ή αν προτιμάτε Λόγος «ωμός, σκληρός (και ενίοτε) ηλιόλουστος», ο διά-Λογος είτε απουσιάζει είτε αναλώνεται σε ανούσια dissing μεταξύ ραψωδών που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά (και ξανά).

Κάπου διάβασα ότι ο ακροατής δεν έχει κατά κάποιο τρόπο δικαίωμα στο «κράξιμο», αφού αν δεν του αρέσει κάτι, πολύ απλά δεν είναι υποχρεωμένος να το ακούσει. Αυτό το κείμενο απλά επιβεβαιώνει το πόσο αντίθετη είμαι σε αυτό, αφού πιστεύω ακράδαντα ότι την μεγαλύτερη ευθύνη για το πώς έχουν εξελιχθεί τα πράγματα στο ελληνικό (αλλά και ξένο) hip-hop την κουβαλάμε εμείς (οι ταπεινοί σας) ακροατές. Καιρός λοιπόν να μιλήσουμε όχι μόνο μεταξύ μας αλλά και με τους φίλτατους mcs διεκδικώντας το δικαίωμά μας σε ένα καλύτερο και κυρίως πιο ώριμο hip-hop.

Εάν υπάρχει ένα κομμάτι που χαρακτηρίζει πλήρως αυτό το μεγάλης έκτασης «άρθρο» αυτό είναι το «εϊ ραψωδοί! - που ´ναι οι πένες σας» (terrorx- crew), που προσωπικά θεωρώ ένα από τα σημαντικότερα δείγματα ελληνικού rap λόγου και ένα από τα πιο ειλικρινή και συνεπώς αυθεντικά κομμάτια που έχουν γραφτεί ως τώρα. Το γιατί θα αναπτύξω παρακάτω.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να ευχαριστήσω δύο άτομα. Πρώτα – πρώτα τον Δημήτρη Κοττάκη (Evnus) - ο οποίος, φίλτατοι αναγνώστες αρνήθηκε πεισματικά να κριτικάρει τον οποιοδήποτε (να! για να δείτε τι παιδί που είναι και να παίρνετε το καλό παράδειγμα)- για όλο το ακυκλοφόρητο υλικό το οποίο μου παρείχε, για όλη του την υποστήριξη, μα κυρίως για την ηρωική του υπομονή με την περίπτωσή μου.

Respect Νο 1.

Και δεύτερον, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον “Mr. Spock” (του hip-hop) (επίσης αποκλειστικά ακροατής) για όλες τις καταπληκτικές μας συζητήσεις πάνω σε ένα - ουτοπικών προδιαγραφών - hip-hop (ελληνικό και ξένο).

Respect No 2.

Η απαραίτητη –για εγκλιματισμό-ιστορική αναδρομή:

Εάν ψάξει κανείς ετυμολογικά την λέξη rap, διαπιστώνει απλά το πόσο εύλογα πήρε η συγκεκριμένη μουσική το όνομά της. Rap, σημαίνει μικρό, κοφτό, απότομο χτύπημα, σημαίνει επίπληξη, μομφή, κατηγορία, σημαίνει σε μερικές περιπτώσεις μπελάς, και σημαίνει επίσης χτυπώ, εκστομίζω, κατσαδιάζω. Σκεφτόμενοι το πότε πρωτοεμφανίστηκε η rap, ενστικτωδώς, η πρώτη ημερομηνία που μας έρχεται στο μυαλό είναι το 1979 και αμέσως αμέσως το “Rappers Delight” των Sugarhill Gang. Αλλά επειδή λίγη φαντασία δεν έβλαψε ποτέ κανένα, μπορούμε να αρχίσουμε ανενόχλητοι τις θεωρίες μας και να πούμε τα εξής:

• Θεωρία Νο 1: Ο Μοχάμεντ Άλι έχει μείνει στην ιστορία ως «ο rapper του μποξ» και η φήμη ότι τους αγώνες τους κέρδιζε από τα αποδυτήρια δεν τον ακολουθεί αδίκως. Πριν από κάθε αγώνα επινοούσε αυτοσχέδιες ρίμες, που εκστόμιζε σαν λεκτικές γροθιές στους αντιπάλους του. Ουσιαστικά, το battle, ξεκινούσε, πολύ πριν το καμπανάκι, με τον Άλι να κουρελιάζει κυριολεκτικά το ηθικό του αντιπάλου, επινοώντας τα πρώτα freestyle στιχάκια. (Εάν το καλοσκεφτείτε τα battle rap και ακόμα καλύτερα τα freestyle battle rap δεν σας δίνουν που και που την αίσθηση ενός αγώνα μποξ;) Βέβαια, μια τέτοιου τύπου λεκτική προσβολή – εισβολή δεν ήταν κάτι φοβερά πρωτότυπο ή πρωτόγνωρο, ειδικά στην μαύρη κοινότητα. Στην Λουϊζιάνα του ’30-’40, και ίσως και νωρίτερα, το δημοφιλέστερο παιχνίδι μεταξύ των παιδιών ήταν ένα είδος διαγωνισμού (υπό το όνομα dozens), νικητής του οποίου ήταν αυτός που έβρισκε το ευφυέστερο στιχάκι για να βρίσει την μάνα του αντιπάλου. «Παράδοση» που έχει επικρατήσει μέχρι τις μέρες μας και κατέχει αναμφίβολα ξεχωριστή θέση στις ρίμες και καρδιά κάθε σκληροπυρηνικού mc (είτε πρόκειται για 50 cent είτε για ΖΝ).

• Θεωρία Νο 2: Πηγαίνοντας πιο πίσω, και κάνοντας στάση στην Δυτική Αφρική του 15ου-16ου αιώνα, συναντάμε μια κάστα αξιωματούχων γνωστή ως griot, οι οποίοι τελούσαν χρέη χρονικογράφων – ιστορικών της κάθε φυλής. Υπό την συνοδεία οργάνων (κυρίως κρουστών –οπότε αμέσως αμέσως έχουμε το απαραίτητο beat) απήγγειλαν ρυθμικά την ιστορία της φυλής ή εξιστορούσαν τα χρονικά σημαντικών οικογενειών. Στο αξίωμα του griot βρίσκουμε πιθανότατα τον ορισμό του mc, ο οποίος εμφανίζεται μέχρι τις μέρες μας με δύο ερμηνείες. Είτε ως master of ceremony (τελετάρχης) είτε ως microphone controller. Λαμβάνοντας τους griots ως τους πρώτους rappers δικαιολογούμε και πιο άνετα τον ορισμό του mc ως τελετάρχη (που εδώ που τα λέμε είναι πιο ψαρωτικό από το στεγνό “microphone controller”). Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή. Όλη αυτή η προφορική παράδοση, εκφρασμένη μέσα από κοφτές, απότομες απαγγελίες συνοδευόμενες από επαναστατικά τύμπανα, μεταφέρθηκε μέσα σε αμπάρια δουλεμπορικών πλοίων στην Αμερική. Σε αυτό όμως το σημείο, στο όνομα της εθνικής υπερηφάνειας, ανοίγω την εξής παρένθεση: ως γνήσιοι Ελληνάρες που είμαστε όλοι, και έχοντας την τάση να διεκδικούμε ό,τι μας αρέσει και να το παρουσιάζουμε ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας ακτινοβολίας του αρχαίου πολιτισμού μας, ήταν απλά θέμα χρόνου να διεκδικήσουμε τα πνευματικά δικαιώματα της rap:

• Θεωρία Νο 3: Έτσι λοιπόν σε μια λογική, που θέλει τα προϊστορικά σχέδια του Λασκώ και της Αλταμίρα πρόδρομους του graffiti (……), στον Όμηρο (σαν να μην είχε ακούσει αρκετά ο δύστυχος) αποδόθηκε ο ένδοξος και τιμητικός τίτλος του πρώτου rapper (…./part II). Σαφώς, και η ρυθμική εκφορά έμμετρου λόγου πρωτοπαρουσιάζεται στον Όμηρο, αλλά επειδή και μόνο η φράση «Homer: the first rapper» (πόσο μάλλον η σκέψη) είναι επιεικώς αστεία, βρήκαμε πάλι την λύση και δεν είπαμε τον Όμηρο rapper αλλά τους rapper ραψωδούς ή αν προτιμάτε ραπ-σωδούς. Προσωπικά, δεν ξέρω κατά πόσο η λέξη rap προέρχεται από την λέξη ραψωδία (αν και εννοιολογικά στέκει: ραψωδία-ραφή ωδών) αλλά σίγουρα προέρχεται από τη λέξη ράπισμα….

Και μετά από αυτό το σύντομο «πατριωτικό ξέσπασμα» υπό μορφή θεωρίας, επανερχόμαστε στους αλυσοδεμένους griots που ανακάτεψαν την μνήμη τους με την φρίκη της δουλείας και έτσι με background τον Αμερικανικό Νότο, γεννήθηκαν στις φυτείες τα blues, η πρώτη επίσημη καταγγελία της καταπίεσης και του ανείπωτου πόνου. Μελωδικά, και χωρίς την συνοδεία τυμπάνων (αφού τα εν λόγω όργανα «λογοκρίθηκαν» επανειλημμένως ως επαναστατικά), δώσανε την σκυτάλη στην jazz, μια εκ θεμελίων, αγωνιώδη και ηλεκτρισμένη μουσική, που με το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού αντανακλούσε την ανησυχία και τον αναβρασμό του ακόμη υπό σκλαβιά μαύρου έθνους. Η jazz ήταν άλλωστε αυτή που πυροδότησε τον φωνητικό αυτοσχεδιασμό, ο οποίος κατακτά το λευκό ακροατήριο μέσω του swing και του be-bop, και το μαύρο ακροατήριο μέσω μιας πολύ ιδιαίτερης κατάστασης και μιας πολύ ξεχωριστής rap performance: τις Κυριακές, σύσσωμη η μαύρη κοινότητα τιμά τον Θεό, με gospel και κάτι καταπληκτικούς ιεροκήρυκες που με το απαραίτητο θεατρικό και στομφώδες ύφος, έναν απαράμιλλο θρησκευτικό ζήλο (Praaaaiseee the Lord! I said Praaaaiisee the Lord!) και με skills που θα ζήλευε κάθε mc, οδηγούν το ποίμνιο σε έκσταση (master of ceremony part II). Όλες αυτές οι εκφράσεις της μαύρης μουσικής της διασποράς, με κερασάκι πάνω στην τούρτα, το ξύπνημα της soul την δεκαετία του ’60 και την διαδοχή της από την soul rap χτίζουν σιγά – σιγά μια νέα παράδοση, που κάτω από τον πόνο των blues, τον ηλεκτρισμό της jazz, τον πνευματισμό των spirituals και τον ερωτισμό της soul έκρυβε συσσωρευμένη αγανάκτηση οργή, αλλά και ένα μικρό δείγμα ελπίδας. Στην αυγή λοιπόν του 20ου αιώνα σε ένα ομοιόμορφο, απρόσωπο και αιώνια γκρίζο αστικό περιβάλλον γεννήθηκε ότι πιο ωμό, αυθόρμητο και γεμάτο ενέργεια έχει παράγει ποτέ η street κουλτούρα, η rap. Βλάσφημη, απειλητική, ακραία και πολλά υποσχόμενη υποδήλωνε με το R την ρίμα (rhyme) και τον ρυθμό (rhythm), και με το Ρ την ποίηση (Poetry) - και από ένα σημείο και έπειτα την πολιτική (Politics)-. Και ενώ ξεκίνησε σαν ένα είδος performance art σε μικρά clubs ή στα θρυλικά street parties, πολύ γρήγορα άρχισε να μεταλλάσσεται σε αυτό με το οποίο συνδέθηκε: έναν λόγο αφυπνιστικό, επαναστατικό, ακτιβιστικό και βαθύτατα φυλετικό. Άλλωστε σε μια περίοδο που αντιπροσωπεύεται από το Έθνος του Ισλάμ, τους Μαύρους Πάνθηρες, τους Ζoulou Nation (και άλλες τέτοιου χαρακτήρα ομάδες), και προσωπικότητες σαν τον Malcom Χ, το πλέον αναμενόμενο θα ήταν μια τέτοια μουσική να αρχίζει να εκφράζει και να αφορά την μαύρη ταυτότητα σε μια απολύτως εχθρική κοινωνία. Καλλιτέχνες όπως οι Last Poets, οι Watts Prophets και αργότερα οι Public Enemy, αφοσιώθηκαν στην αφύπνιση συνειδήσεων των ομόχρωμών τους, βασισμένοι όλοι τους στην πολιτικοθρησκευτική φιλοσοφία, που όριζε έναν μαύρο και αφρικανικό εθνικισμό και επεδίωκε την εξέγερση ενάντια στη λευκή καταπίεση. Μέχρι εδώ όλα καλά. Έχουμε τα επαναστατικά μας στιχάκια, έχουμε το σύστημα που νιώθει την απειλή (και κατά συνέπεια ρυθμίζονται και οι απαραίτητες δολοφονίες για να μην παίρνουν πολύ αέρα τα μυαλά των αιωνίων σκλάβων), έχουμε μια μουσική υπόκρουση που εξελίσσεται από το πρωτόλειο electro σε όλο και πολυπλοκότερες μουσικές παραγωγές, πώς και πότε λοιπόν στράβωσε τόσο το παραμύθι και καταλήξαμε στο πρότυπο του ghetto superstar gangsta που ραπάρει για “έγκλημα, ναρκωτικά και γκόμενες”;

Ενώ λοιπόν, έχουν περάσει μερικά χρονάκια, στα οποία η rap έχει γίνει γνωστή και αποδεκτή σε ένα σεβαστό μέρος του κοινού και ενώ οι Νεϋορκέζοι μονοπωλούν την αγορά του hip-hop ένα συγκρότημα από το L.A. έφερε τα πάνω κάτω και έπαιξε ένα καθοριστικότατο ρόλο για το πώς διαμορφώθηκαν τελικά τα πράγματα. Όταν λοιπόν ο Eazy-E μετά από ώριμη –είμαστε όλοι σίγουροι γι’ αυτό- σκέψη και πιθανότατα υπό την επήρρεια τόνων μαριχουάνας αποφασίζει να ονομάσει το συγκρότημα του “Niggaz with Attitude” –«Αράπηδες με ύφος» (……/part IΙΙ) γνωστό και ως N.W.A., όλοι οι γνώστες της μουσικής βιομηχανίας και του τρόπου λειτουργίας αυτής, αναγνώρισαν αμέσως το αστείο στην όλη υπόθεση. Όταν δε, ηχογραφήθηκε το κομμάτι “Fuck the Police”, οι ίδιοι γνώστες αναγνώρισαν στο πρόσωπο του Eazy-E ένα τεράστιο κωμικό ταλέντο. Βέβαια, η πολιτεία δεν το βρήκε και τόσο αστείο, ούτε το F.B.I., ούτε η αστυνομία, πόσο μάλλον οι γονείς. Οπότε άρχισαν οι μηνύσεις, κάτι ατελείωτες νύχτες σε κρατητήρια, οι παρακολουθήσεις από το F.B.I. και γενικά επικράτησαν όλες αυτές οι απαραίτητες προϋποθέσεις που οδηγούν ορδές εφήβων στα δισκοπωλεία. Οι πωλήσεις εκτοξεύτηκαν στα ύψη και αυτοί οι τόσο «στυλάτοι» Αράπηδες που κάνανε την σκατολογία τέχνη αποτέλεσαν ένα από τα δημοφιλέστερα group όλων των εποχών.

Τόση επιτυχία (και λεφτά) δεν αντέχονται όμως εύκολα και έτσι το group δεν άργησε να διαλυθεί, αφήνοντας πίσω σύσσωμη την Ανατολική Ακτή (East coast) με έδρα την Νέα Υόρκη να μην μπορεί να δεχτεί την αλλαγή μονοπωλίου. Κοινώς, όταν οι N.W.A. διαλύθηκαν είχε ήδη δημιουργηθεί αυτή η περιβόητη κόντρα “west coast vs east coast” με τους δεύτερους να υποστηρίζουν ότι πολύ απλά η rap της Δυτικής Ακτής δεν είναι «τέχνη» (…/part IV), ενώ όπως όλοι καταλαβαίνετε, το μοναδικό πράγμα που τους απασχολούσε ήταν τα υπέρογκα ποσά που είχαν κάνει πλούσιο τον Eazy-E. Τι άλλο μας κληροδότησαν οι N.W.A.; Το ευφυές πόρισμα ότι η κακή περσόνα του νέγρου – γκετόβιου, που νικάει το σύστημα (…/part V) πουλώντας κρακ, κάνοντας παντός τύπου μικροαπατεωνιές (hustling) anytime/anyplace και σκοτώνοντας όποιον τον κοιτάξει λίγο πιο λοξά από το επιτρεπτό επίπεδο, πουλάει σαν τρελή. Από εκείνο το σημείο και έπειτα πήξαμε στους original gangstas που κάνανε ότι μπορούσανε για να μας πείσουν το πόσο «σκληρά αγόρια» ήταν. Η Death Row, η περίφημη δισκογραφική, δημιουργημένη από τον Suge Knight και τον Dr. Dre, ήταν όνομα και πράγμα (Πτέρυγα Θανατοποινιτών) αφού σχεδόν όλα τα ονόματα που συσπείρωσε γύρω της είχαν ένα πολύ εντυπωσιακό ποινικό μητρώο (έναντι βιογραφικού). Η ιστορία ήταν ίδια και απαράλλαχτη σχεδόν για όλους. Προερχόμενοι από τις χειρότερες οικογενειακές καταστάσεις, οι μισοί crack babies, μάθαιναν από πολύ νωρίς να μισούν τον οποιοδήποτε. Ο μοναδικός τρόπος να βγάλεις γρήγορα λεφτά στο ghetto ήταν το έγκλημα και σύντομα στις γωνίες δεν τραγουδούσαν πια doo-wop αλλά πούλαγαν crack, εξασκώντας παράλληλα τις rap τους ικανότητες, κυνηγώντας το όνειρο να γίνουν 2Pac στη θέση του 2PacNotorious B.I.G. στη θέση του Notorious B.I.G. - ανάλογα με την γεωγραφική θέση). Όταν πια ο εκκολαπτόμενος mc είχε εκτίσει ποινή για οπλοκατοχή, εμπόριο και μερικές φορές για πιο σκληροπυρηνικά πράγματα (extra points) ήταν πια έτοιμος να απορροφηθεί από την μουσική βιομηχανία και να χρυσίσει τον μουσικό του “προαγωγό” και στην καλύτερη των περιπτώσεων, τον εαυτό του. Κάπως έτσι τροφοδοτήθηκε και αναπτύχθηκε μια τεράστια gangστερική δραστηριότητα εκπροσωπούμενη όχι μόνο από τους Blood and Crips αλλά και από μια ολόκληρη γενιά (ακόμη) «σκλάβων», που ήθελαν απλά να πιάσουν την καλή. Κι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, στα πλαίσια μιας ναρκισσιστικής υπερβολής, φρόντιζαν να δείξουν σε όλο τον κόσμο ότι είχαν καταφέρει να νικήσουν το ghetto, φορώντας τόνους χρυσών αλυσίδων (όχι μόνο ως αντισύμβολα δουλείας αλλά κυρίως για να πουλήσουν μούρη), επιδεικνύοντας με περίσσιο καμάρι χλιδάτες βίλες, συλλογές πανάκριβων αμαξιών και ένα παροιμιώδες (άκρως εντυπωσιακό) χαρέμι από σιλικονάτες καλλονές. Άλλη μια εκδοχή του αμερικάνικου ονείρου. Και μέσα σε όλη αυτή την ψευτιά και την βρώμα άρχισαν να πεθαίνουν άνθρωποι. Πολλοί άνθρωποι, όχι μόνο διάσημοι αλλά και πολλοί άλλοι που είμαι σίγουρη ότι δεν μάθαμε ποτέ. Όταν όμως πέθανε ο 2Pac και λίγους μήνες αργότερα ο Notorious B.I.G. (πιθανότατα για αντίποινα αφού το “west coast vs east coast” εκπροσωπείτο κυρίως από αυτούς τους δύο rap τιτάνες) κάτι άλλαξε. Όταν μάλιστα την επομένη του θανάτου του 2Pac βγήκε στον αέρα το προφητικό του video clipI aint mad cha” (το οποίο πραγματευόταν την δεδομένη μελλοντική του δολοφονία) τα συναισθήματα ήταν ανάμικτα, το σοκ, το διαδέχτηκε μια βαθύτατη και ειλικρινής στεναχώρια και για πρώτη φορά αποκαλύφθηκε σε όλο του το μεγαλείο το παράδοξο και η παράνοια της όλης κατάστασης. Όλοι φάνηκαν προβληματισμένοι, αγανακτισμένοι και για πρώτη φορά αποφασισμένοι για αλλαγή.

Τι γίνεται λοιπόν σήμερα; Τα πράγματα χειρότερα από ποτέ (και άντε να με διαψεύσετε!) τουλάχιστον γι’ αυτούς που αγάπησαν το hip-hop σαν γέννημα θρέμμα μιας underground αστικής κουλτούρας. Όπως ήταν αναμενόμενο, το σύστημα αγκάλιασε το hip-hop αναγνωρίζοντας σε αυτό όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για πλούτο, το εμπορευματοποίησε και το εξίσωσε με έναν ευρείας κατανάλωσης pop ήχο, με ένα υπερβολικό και πανάκριβο dress code και το πλαισίωσε με το απαραίτητο street αλλά και παράλληλα trendy attitude (…./part VI). Στην Αμερική, η rap βιομηχανία εξελίχθηκε σε αυτοκρατορία, το hip-hop είναι πλέον η πιο cool μόδα, το rap ακροατήριο φαίνεται να αντιμετωπίζει πρόβλημα με την μελανίνη του (Ω! ναι! Είναι σχεδόν όλοι λευκοί!), η rap παίζεται στα πιο sic clubs και το 100 pop hits του Βillboard μοιάζει με πλήρη hip-hop κατάλογο.

Οι γηραιότεροι από μας, που έχουμε ξεπεράσει προ πολλού την αλλοπρόσαλλη επιρροή των εφηβικών μας ορμονών και δεν ψαρώνουμε πια με τα “Bang Bang Bang” είτε ακούμε τα παλιά μας cd μεταξύ ’85-’95 (άντε και ’97) είτε στρεφόμαστε στο αναγκαστικά “culthip-hop άλλων χωρών.

Εν έτει λοιπόν 2005-πλην ελάχιστων εξαιρέσεων- το hip-hop έχει πάρει την κάτω βόλτα, μετρώντας ατέλειωτες λίστες από ανούσια και κακόγουστα τραγούδια και η Billie Holiday με τους μικροφωνικούς της λυγμούς μας φαίνεται πιο hardcore rap (με την αυστηρή έννοια του όρου) από κάποιον 50cent

Κάπου εδώ αυτή η –όχι πλήρης, μα ομολογουμένως μεγάλη-ιστορική αναδρομή (που παίρνω ως δεδομένο ότι σας κούρασε), έφτασε στο τέλος της και ήρθε η ένδοξη στιγμή που όλοι, όσοι αντέξατε ως εδώ, περιμένατε. Να δούμε τι τρέχει επιτέλους με αυτό το ρημάδι, το ελληνικό hip-hop. Ελπίζοντας λοιπόν ότι όλα τα προηγούμενα βοήθησαν στον εγκλιματισμό σας ξεκινάμε αυτή τη μικρή «λυπητερή» ιστορία κάπως… ανάποδα, δηλαδή απ’ το τώρα:

Εν έτει λοιπόν, πάλι 2005, αλλά αυτή την φορά εντός συνόρων, βρίσκουμε το ξένο hip-hop φωλιασμένο στις καρδιές, όχι μόνο του hip-hop κοινού (που έχει πλέον περάσει στην σχέση «αγάπης-μίσους» με το λατρεμένο αντικείμενο του πόθου), αλλά και ενός ευρύτερου ακροατηρίου που σεβόμενο όλες τις trendy τάσεις που επιβάλλει η εποχή, τιμάει δεόντως τα καθημερινά διπλά και τριπλά rn b parties, λικνίζεται υπό τα hot tracks της JLo και της Beyonce (πεπεισμένο ότι ακούει hip-hop) και ενισχύει τα ηχητικά συστήματα των αυτοκινήτων με super, duper woofers ώστε να μην περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι παίζει 50cent (wow!). Και ενώ πριν από κάποια χρόνια είχαμε μια και μοναδική Τρίτη στο Mobeter, για να απολαμβάνουμε hip-hop (υπό τα άκρως πορωτικά vides του DJ Noiz) τώρα πια έχουμε μια καθημερινή agenda full hip-hop και rn b, στα mainstream clubs, στα σκυλάδικα, στα strip-shows και τώρα που πιάνουν οι ζέστες, σε όλο το μήκος της παραλιακής.

Το ελληνικό hip-hop απ’ την άλλη διανύοντας την εφηβεία του, (λέτε να οφείλετε εκεί όλη αυτή η σύγχυση;), μετράει μια από τις παραγωγικότερες rap σκηνές στην Ευρώπη, πληθώρα κυκλοφοριών, «βιβλιοθήκη» ονομάτων που ανανεώνεται και εμπλουτίζεται καθημερινά, και ένα άκρως πωρωμένο κοινό. Παρόλο που οι οπαδοί αυξάνονται με χειμαρρώδη ρυθμό, έχουμε αποφύγει επιτυχώς μέχρι τώρα την όποια εμπορευματοποίηση του -σε σύγκριση πάντα με το αντίστοιχο ξένο- και η μεγάλη εμπορική επιτυχία συνοδεύει ελάχιστα από τα τόσα ονόματα του χώρου. Η μεγάλη απορία όλων; Πως μια –αντικειμενικά- τόσο διαφορετική κουλτούρα βρήκε τρόπο να αφομοιωθεί σε μια κοινωνία όπως η δική μας; Γιατί εμείς, ούτε ghetto έχουμε, ούτε ελικόπτερα να περιφρουρούν τις εστίες εξέγερσης, ούτε «bang bang bang» όλη την ώρα. Στην τελική όμως το «πώς» και το «γιατί» και το «ίσως», να μην έχουν τόση σημασία. Σημασία έχει ότι το hip-hop το κάναμε δικό μας και έτσι το «οικειοποιημένο» αυτό είδος λόγου έγινε μέσο έκφρασης για τα τοπικά ζητήματα. Πότε ακριβώς ξεκίνησαν όλα; Προσωπικά, τοποθετώ την αρχή στη συναυλία των Public Enemy στο Κατράκειο το ’92. Μέχρι τότε υπήρχαν κάποιες αμήχανες και σπασμωδικές κινήσεις, καθαρά ερασιτεχνικές, δεδομένου ότι οι περισσότεροι από αυτούς που θεμελιώσανε την σκηνή, ήταν τότε παιδιά. Αυτοί που γνωρίζανε και αγαπούσανε το hip-hop ήταν τόσο λίγοι που όχι απλά γνώριζαν ο ένας τον άλλο αλλά κάνανε και παρέα, εικόνα που αν σκεφτεί κανείς το πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα, φαντάζει το λιγότερο σουρρεαλιστική. Τότε, λοιπόν, «που όλα ήταν ακόμη μαζί» δηλαδή κάπου στο ’92-’93 παρατηρείται και η πρώτη δισκογραφική δραστηριότητα. Η «Διαμαρτυρία» (’93) των Active Member (δημιουργημένοι εκείνο το μυθικό βράδυ της 20ης Ιουνίου υπό την επήρρεια των Public Enemy) και το «Σκληροί Καιροί» της ίδιας χρονιάς από F.F.C. (συσπειρωμένοι από το ’87), αποτέλεσαν τις πιλοτικές και συλλεκτικές πια κυκλοφορίες. Και τα δύο group, αποδείχτηκαν στο μέλλον τρομερά δραστήρια και παραγωγικά, το καθένα με το δικό του ξεχωριστό τρόπο. Κάπου στο ’95 λοιπόν, και ενώ έχει κυκλοφορήσει στο ενδιάμεσο η «Ώρα των σκιών», οι Active Member τραβάνε το ενδιαφέρον των πολυεθνικών και έτσι κυκλοφορεί το «Μεγάλο Κόλπο» από την Warner. Το πραγματικά μεγάλο κόλπο όμως, το σκαρφίστηκε ο κύριος Μυτακίδης (γνωστός ως B.D. Foxmoor) λίγο αργότερα, και στα πρότυπα του Eazy-E (δηλαδή μετά από αναμφίβολα ώριμη σκέψη) αναφωνεί την μεγαλειώδη ατάκα “May I have the attention of the class? Eμείς, εδώ στο Πέραμα, κάνουμε LOW BAP...”. Σιγή στο έκπληκτο ακροατήριο…. Και μετά φυσικά ο υπέρτατος και απόλυτος σάλος. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, αποκτήσαμε την δική μας «προσωπική» Κόντρα, (γιατί το “west coast vs east coast” μας άρεσε πολύ σαν ιδέα), η οποία μονοπώλησε το ενδιαφέρον των ραψωδών και τσάκισε το νευρικό σύστημα κάθε ώριμου, hip-hop ακροατή που είναι πολύ μεγάλος για τέτοιου τύπου λεκτικά νταηλίκια. Όπως πάντα, θύματα από αυτό το εμπορικό παιχνιδάκι (Low Bap vs Hip Hop) αποδείχτηκαν οι μικρότερες ηλικίες που διάλεξαν στρατόπεδο, φανατίστηκαν και φρόντισαν να δημιουργούν μονίμως άσχημο κλίμα. Στην αρχή, δεν μπορούσες παρά να αγαπάς τους Active Member. Σε αυτούς οφείλουμε μια πληθώρα καταπληκτικών στίχων, μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια (που έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα ορισμένες καταστάσεις) και μερικά απ’ τα καλύτερα album της ελληνικής rap δισκογραφίας. Ο Μυτακίδης, εξαιρετικά ταλαντούχος, άφησε το στίγμα του και δημιούργησε όντως μια δική του σχολή, αλλά δυστυχώς δεν σταμάτησε εκεί. Προκλητικός με την πρώτη ευκαιρία, και αφήνοντας μονίμως αιχμές για την υπόλοιπη hip-hop σκηνή, τροφοδοτούσε και υποστήριζε όλο το άθλιο κλίμα που δημιουργούσαν οι φανατισμένοι low bap οπαδοί. Και ενώ αρχικά, μας είχε πείσει και συγκινήσει με την εικόνα του «πρόσφυγα» που καταγγέλλει ποιητικά τα προβλήματα της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης Περάματος, μας διέψευσε με τον χειρότερο τρόπο και κατέληξε να γίνει αυτό που κατήγγειλε: ένας «εργατοπατέρας» της rap, με εκατοντάδες καταγγελίες για εκμετάλλευση από συγκροτήματα που ο ίδιος προωθούσε. Δεν ξέρω αν υπάρχει φωτιά εκεί που υπάρχει καπνός, αλλά εκεί που υπάρχει τόσος καπνός υπάρχει στάνταρ φωτιά. Προσωπικά, σταμάτησα να μετράω τις low bap κυκλοφορίες απ’ το «Ο καιρός του αλλόκοτου φόβου». Και εφόσον, αυτός, που κάποτε δήλωνε ότι το hip-hop μπορεί εύκολα να εξελιχθεί σε προπαγάνδα, κατέληξε να γίνει η προσωποποίηση της προπαγάνδας, τα λόγια μάλλον περιττεύουν και τα συμπεράσματα είναι δικά σας. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αν το hip-hop είναι τρόπος ζωής, τότε το hip-hop - διόρθωση! διόρθωση! – τότε, το low bap του κυρίου Μυτακίδη δεν μας αρέσει και τόσο.

Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν, έχουμε μέχρι τώρα το δικό μας τοπικό “Bang Bang Bang” α.κ.α. “Low Bap vs Hip-Hop” τους φανατισμένους, μυτακίδειους κλώνους που βρίζουν τους hip-hoppers αλλά ραπάρουν ταυτόχρονα και για ξωτικά, αγκάθια, ουρανούς και βάλτους (…/part VII), μερικά αρχικά αξιόλογα low bap συγκροτήματα που τώρα πια αγνοείται η τύχη τους και έναν Χ-Ray που συμπαθούμε πολύ, όχι μόνο επειδή καίει τα διαβατήριά του, αλλά και επειδή αποδεικνύει περίτρανα και ελεύθερα πια το δικό του ταλέντο σε ένα πιο υγιές περιβάλλον από αυτό του LowBap.

Στον αντίποδα της όλης κατάστασης είναι οι F.F.C. Πάντα low profile, δηλώσανε εξαρχής ότι είναι «σε άλλη διάσταση» και με το πλεονέκτημα της «οχυρωμένης αντίληψης», διατηρήσανε το επίπεδο, μένοντας μακριά από τέτοιου τύπου εμπορικές μικρότητες, κι αφοσιώθηκαν με σεβασμό και αγάπη στην μουσική τους. Προσωπικά-για κάποιον αντικειμενικά ανεξήγητο λόγο- ποτέ μου δεν μπόρεσα να ακούσω F.F.C. Αυτό όμως, δεν με εμποδίζει να αναγνωρίσω την τεράστια αξία τους. Εάν λοιπόν το hip-hop είναι τρόπος ζωής, τότε το hip-hop των F.F.C. μας αρέσει πολύ. Respect No 3 (όχι μόνο επειδή το αξίζουν ίσως πιο πολύ απ’ όλους, αλλά και για το τελευταίο «σοφό» τους lp).

Άλλο μεγάλο κεφάλαιο του ελληνικού hip-hop είναι οι εξαιρετικά αγαπητοί terrorx-crew, που εκπροσώπησαν back in the old days ένα σκληροπυρηνικό (στα όρια μέγιστης καφρίλας) hip-hop. Οι Τ.Χ.C. (δημιουργημένοι το σωτήριον έτος 1992) έκαναν απ´ την πρώτη στιγμή μεγάλη αίσθηση στους underground κύκλους, κυρίως για την άκρως πορωτική μουσική τους αλλά και για την αντιεξουσιαστική τους τοποθέτηση. Το ομώνυμο lp κυκλοφορεί το ´94 αλλά η «χρυσή επιτυχία» έρχεται το ’97 με το «Η πόλις εάλω» και το ’99 με το «Η γεύση του μένους». Και ενώ λοιπόν οι T.X.C. θεωρούνταν οι αναρχικοί του hip-hop [με τις απαραίτητες hardcore ρίμες τύπου: «έχω έναν εθισμό, και νιώθω εντάξει μ’ αυτό, βιάζω mcs από δεκάξι χρονών» ή το εξαιρετικά δημοφιλές στους εικαστικούς κύκλους: “είμαι της σχολής Κακών Τεχνών και πάω γυρεύοντας, συνεχίζω να δημιουργώ καταστρέφοντας” και τις ατσάλινες παραγωγές του DJ AI-X], κάνει την εμφάνισή του το 2001 ένα δισκάκι υπό τον ομολογουμένως πρωτότυπο (για hip-hop δεδομένα) τίτλο «Έσσεται Ήμαρ». Σιωπή Νο2 στο ακροατήριο. Τι ακριβώς έπαιξε με το εν λόγω lp; Ένα απορημένο ακροατήριο, αποτελούμενο από χρόνια φανατικούς της αναρχοσκληροπυρηνικής μουσικής των terror-x-crew, ήρθε –μετά από κάποια χρόνια απουσίας των T.X.C. - αντιμέτωπο, όχι με μια ακόμη πιο σκληρή συνέχεια της «Γεύσης του Μένους», αλλά με μια εθνικιστική διαμαρτυρία, μια καθαρεύουσα και λόγια γλώσσα, ένα αρχαιοελληνικό track και ένα σαφώς διαφορετικό μουσικό υπόβαθρο. Οι αντιδράσεις έκτοτε δεν έχουν σταματήσει και οι T.X.C., (πλέον Αρτέμης-Ευθύμης) δέχονται ακόμη σφοδρή κριτική, όχι μόνο από τους έξαλλους οπαδούς (που με την έννοια της «εξέλιξης» έχουν ολοφάνερα πρόβλημα) αλλά και από ένα μεγάλο μέρος της σκηνής. Προσωπικά, θεωρώ το «έσσεται ήμαρ» ένα καλό cd. Μόνο και μόνο για ένα track όπως το «εϊ ραψωδοί! που ´ναι οι πένες σας;» κατέχει ξεχωριστή θέση στη δισκοθήκη μου. Ένα κομμάτι, που όπως έγραψα και νωρίτερα, αποτελεί από τα ωριμότερα και πιο αυθεντικά δείγματα ελληνικού rap λόγου. Σε ένα και μόνο τραγούδι, σχολιάστηκε η παρακμή της σκηνής, η καταραμένη κόντρα στο όνομα της οποίας γράφτηκαν εκατοντάδες ανούσιοι στίχοι, η μόδα των ναρκωτικών, των όπλων και των ψυχοτρόπων ουσιών «μιας μουσικής που φέρει το έγκλημα ως έμβλημα», μα πάνω απ’ όλα σχολιάστηκε για πρώτη φορά κάτι πολύ σημαντικό, η τεράστια ευθύνη ενός ραπ-σωδού. Παρόλο λοιπόν που στο «έσσεται ήμαρ» ειπώθηκαν πολύ σωστά πράγματα, όχι μόνο περί ραψωδίας αλλά και περί παγκοσμιοποίησης και νέας τάξης πραγμάτων, «τρελάθηκαν πάλι όλοι οι μοδάτοι που στο παραμύθι άλλαξε κάτι» και ο τίτλος των «εθνικιστών» ήταν πλέον γεγονός. Αυτό που συντέλεσε σε κάτι τέτοιο δεν ήταν βέβαια μόνο το lp αλλά και ένα περίεργο κλίμα που επικρατούσε όταν αυτό κυκλοφόρησε. Ήταν αναμφίβολα μία περίοδος εθνικιστικού παροξυσμού με την δημοτικότητα της ακροδεξιάς να αυξάνεται ανησυχητικά, τον μύθο (γιατί παντού υπάρχει ένας τέτοιος) μιας μυστικής εταιρίας, (ευεργέτη της Ελλάδας και στο top5 των πιο ισχυρών μυστικών εταιριών), εξαιρετικά δημοφιλούς σε «ελίτ» κύκλους και η αντίστοιχη στροφή «λαϊκών στρωμάτων» προς την αναβίωση ελληνοπαγανιστικών παραδόσεων. Και, δεν έφταιγε το lp αυτό καθεαυτό όσο ένα σύνολο δηλώσεων κυρίως απ’ την μεριά του Αρτέμη και η φήμη μιας τιμητικής πλακέτας εκ μέρους του κυρίου Βορίδη (στέλεχος της ακροδεξιάς)-στοιχείο που παραθέτω με κάθε επιφύλαξη λόγω ελλιπούς πληροφόρησης πάνω στο θέμα-. Όλες αυτές οι συγκυρίες οδήγησαν λοιπόν στο να πούμε τους terror-x-crew εθνιστικές (και μάλιστα ακραίους), ενώ υπό άλλες συνθήκες θα μιλούσαμε μάλλον για πατριωτισμό, όχι ότι τελικά έχει ιδιαίτερη σημασία αφού εδώ που τα λέμε και οι δύο λέξεις είναι πλέον ισότιμα, αρνητικά φορτισμένες.

Και μετά από όλη αυτή την ιστορία και την αποχώρηση του DJ AI-X από το σχήμα, είχαμε μια τελείως άνιση επιστροφή υπό τον τίτλο «όπως πρώτα» (που την παραμικρή σχέση δεν είχε με το “πρώτα”), μια ακόμη πιο ανούσια και απαράδεκτη ωδή προς ένα “gucci φόρεμα” και ένα cd που γενικώς δεν δικαιολογεί απόλυτα την ύπαρξή του. Αυτό που κυρίως δεν καταλαβαίνω είναι το τι ανάγκη είχανε οι δύο mcs μετά από μια συνειδητοποίηση του τύπου «άσκοπα κυλάνε οι ρίμες σας», να την πούνε στον Μαζωνάκη-που στο κάτω-κάτω του κάνανε υπέρ-αρκετή διαφήμιση πάμπολλοι άλλοι mcs κράζοντας το τραγούδι του-. Ήταν ανάγκη να πέσουν στην παγίδα και οι T.X.C.; Παρόλο αυτά, και σε αυτούς, όπως και στους Active Member χρωστάμε μερικές απ’ τις καλύτερες στιγμές του ελληνικού hip-hop. Και αυτό είναι κάτι που δεν ξεχνάμε ποτέ. Για το «εϊ ραψωδοί! που είναι οι πένες σας;» ένα τεράστιο Respect Νο 4.

«Χρυσή στιγμή» (από άποψη πωλήσεων και μόνο), αποτέλεσαν και τα Ημισκούμπρια, οι οποίοι γίνανε κυρίως αποδεκτοί από ένα κοινό που ελάχιστες σχέσεις είχε με το hip-hop. Αρχικά, μια συλλεκτική –και μοναδική στο είδος της- πειρατική κασέτα υπό τον τίτλο «ο Βρωμύλος», και αργότερα το all time classic «30 χρόνια επιτυχίες» ήταν αρκετά για να μας κινήσει την περιέργεια «αυτό το κάθαρμα… ο Μετζέλος». Ακολούθησε μια σειρά δίσκων, που τα πήγαν εξαιρετικά καλά σε πωλήσεις, (ειδικά για ένα τόσο alternative -για τα ελληνικά δεδομένα- μουσικό είδος), ωστόσο τα Ημισκούμπρια δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ σοβαρά απ’ την hip-hop κοινότητα. Όπως και να ´χει στα Ημισκούμπρια παραδεχόμαστε την ειλικρινή τους στάση απέναντι στα πράγματα. Ποτέ δεν ισχυριστήκανε ότι δεν ήθελαν να είναι εμπορικοί, ποτέ δεν το έπαιξαν σοβαροί, τον χαβαλέ τους τον κάνανε (αυτοί το λένε σάτιρα, αλλά δεν πειράζει), την ηχορρύπανσή τους την κάνανε (αυτοί το λένε μουσική, αλλά πάλι δεν πειράζει), τους ξέρει τώρα πια η κάθε χοντρή κυρία και ο κάθε φίλος του ψαριού και φυσικά είναι φραγκάτοι. Μια χαρά! Τέλος, η μισή ευθύνη της εμπορευματοποίησης του εγχώριου hip-hop, απονέμεται δικαίως σε αυτούς και η άλλη μισή- σε ποιους άλλους; Φυσικά στους φίλτατους GoinThrough και συγκεκριμένα στον - Puff Daddy wannabe – κύριο Βουρλιώτη που από λαϊκό παιδί της Αγ. Βαρβάρας που ήτανε, κατέληξε στο να γίνει ο πιο ικανός businessman στην ανερχόμενη βιομηχανία του ελληνικού hip-hop, χτίζοντας με πολύ υπομονή, κόπο, τεράστιο promotion και διαφήμιση, το δικό του label. Ποιος να φανταζόταν ότι από το «Γαρύφαλλε, Γαρύφαλλε» θα φτάναμε στο «πόσο μαλάκας είσαι» και απ’ τα κρασιά της παρακμιακής ταβέρνας (για μια γκόμενα που του βγήκε σκάρτη) στις σαμπάνιες του Venue (υπό συνοδεία μοντέλων…). Από τα πρώτα τους βήματα οι Goin Through δεν έδειξαν κλίση ούτε στο rap, ούτε στις ρίμες, αλλά σε έναν απλά εμπορικό ήχο και οι συνεργασίες με τους: Βλάσση Μπονάτσο, Βασίλη Σαλέα, Στέλιο Ρόκο, Peter Andre, David Lynch, Μαρίνα Σκιαδαρέση, Exis, Λάκη Παπαδόπουλο, Guru και of course με τον απόλυτο dog rapper-Μαζωνάκη (ο δικός μας DMX), -του οποίου του έμεινε το κουσούρι και κυκλοφορεί με το p.i.m.p. μπαστούνι και παλτό-επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Μαγκιά; Ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός. Εμείς όμως δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τον εμπορικό ήχο των Goin Through. Αυτό με το οποίο έχουμε πρόβλημα είναι η εντύπωση που δίνει ο κύριος Βουρλιώτης στο ευρύ κοινό για το τι είναι hip-hop, κοινώς το πώς το πλασάρει. Και για να ξεκαθαρίσουν μια και καλή τα πράγματα, χιπ χοπ δεν είναι ούτε τα ακριβά αμάξια, ούτε τα rn b parties στα trendy clubs με face control και «πόρτα» αν δεν φοράς FUBU, ούτε τα πανάκριβα, εισαγόμενα ρούχα σε XXXXXL μέγεθος, ούτε οι εκπομπές σε μουσικό κανάλι, των οποίων τα μισά video-clip είναι, αν όχι δικά μας, τότε αυτών που προωθούμε (και καλά για ξεκάρφωμα). Έχοντας και μια εμμονή με τις αντιφάσεις, το πώς απ’ το «μεγαλώνω και ξεχνώ μόνο τους κακούς ανθρώπους, όσους μιλούσαν με βρισιές, γιατί ποτέ δε μάθαν τρόπους» καταλήξαμε τόσο αβίαστα στο σουξεδάκι «πόσο μαλάκας είσαι» δεν θα καταλάβω ποτέ… Όχι τίποτα άλλο, αλλά ο συγκεκριμένος κύριος θεώρησε ότι στα βραβεία Αρίων αυτό ήταν το καταλληλότερο κομμάτι να εκπροσωπήσει το είδος και έτσι, για άλλη μια φορά το hip-hop φάνηκε σαν το «βρωμόπαιδο» που ξέρει να εκφράζεται μόνο με άσχημες λεξούλες.

Και μιλώντας «για βρωμόπαιδα», πώς να μην αναφερθώ στους Ζωντανούς Νεκρούς α.κ.α. ZN; (όχι που θα τους άφηνα!).

Οι ΖΝ αποτέλεσαν άλλο ένα δείγμα καθαρόαιμης οικειοποίησης, αυτή τη φορά όχι στα πρότυπα του Βουρλιώτη με τις χλιδάτες βίλες, τα «πειραγμένα» αμάξια και τις παραμυθένιες γκόμενες με μικροσκοπικά μπικίνι, αλλά με ένα εκτός τόπου και χρόνου fake gangστεριλίκι, το οποίο όχι μόνο «έπιασε» αλλά δημιούργησε και τη δική του ξεχωριστή σχολή από μαστουρωμένους 16άρηδες που τσαμπουκαλεύονταν μόνοι τους. Έτσι, ενώ ο κύριος Βουρλιώτης πιστεύει ακράδαντα ότι εδώ είναι Νέα Υόρκη, οι ΖΝ είναι πεπεισμένοι ότι εδώ είναι το Harlem. ΟΚ. Μας συστήθηκαν λοιπόν οι κύριοι Υποχθόνιος, Καταχθόνιος, Μηδενιστής, Τυμβωρύχος και Χαρμάνης (…/part IX). Μέσω αυτών των hardcore και άκρως ψαρωτικών ψευδωνύμων αυτά τα παιδιά (για σπίτι), συγχύσανε γονείς, πουλήσανε τρελή μούρη, μας χάρισαν απλόχερα ποίηση του τύπου «για μένα δεν είσαι MC άμα δεν πίνεις χόρτο» μα κυρίως επηρέασαν ανεπανόρθωτα (προς μεγάλη απελπισία όλων μας) πολλούς εκκολαπτόμενους mcs που φρόντισαν να διαιωνίσουν το απαραίτητο-για την κοινωνική εξέλιξη και ευημερία- είδος του original gangsta rapper εν Ελλάδι. Ακολούθησαν οι solo καριέρες, με τον Τυμβωρύχο α.κ.α. Λυτρωτή α.κ.α. Παιδί Θαύμα α.κ.α. Taki Tsan να ξεχωρίζει αισθητά από τους υπόλοιπους και τον Μηδενιστή να προσπαθεί ακόμη να πείσει μετά από τόσα χρόνια τι «μάγκας σκύλος» που είναι. (whatever….).

Η περίπτωση του Taki Tsan είναι άξια αναφοράς και σαφώς ξεχωρίζει από την υπόλοιπη «γραφική σαβούρα». Στον κύριο Στραβαλέξη αναγνωρίζουμε έναν αναμφίβολα καλό mc (επιτέλους skills και flow!) με το δικό του ξεχωριστό και-κάτι πολύ σημαντικό-αναγνωρίσιμο από χιλιόμετρα στυλάκι. Τα μοναδικά «χωσίματα», τα οποία όχι μόνο αντέχουμε να ακούμε, αλλά ενίοτε και απολαμβάνουμε ανήκουν στον Taki Tsan (καθώς επίσης και στον Εισβολέα). Στα χρόνια που μεσολάβησαν, ωρίμασε όχι μόνο η τεχνική αλλά κυρίως ο στίχος και ο εν λόγω κύριος επανέρχεται στο προσκήνιο πιο συνειδητοποιημένος από ποτέ έχοντας απομακρυνθεί –ευτυχώς- από τις ΖΝ καταβολές του.

Και εδώ θα αναρωτηθείτε εύλογα: Τι; Μόνο άσχημα πράγματα έχουμε να πούμε για το ελληνικό hip-hop; Όχι, αντίθετα. Κουβαλάμε όλη την καλή παράδοση των F.F.C., Active Member, T.X.C. δίνοντας την σκυτάλη στους μελωδικότατους και βαθύτατα ποιητικούς Razastarr, στους πιο σκληροπυρηνικούς και μαχητικούς Deadlock, στις «εγκεφαλικές» και crossover «ΡΟΔΕΣ» και φυσικά στο νέο αίμα, που παρουσιάζει μερικές πολύ ελπιδοφόρες περιπτώσεις (όχι μόνο «εντός των τειχών», αλλά και στην επαρχία).

Ενώ λοιπόν η φασαρία γύρω από το “Low Bap vs Hip Hop” επιτέλους κόπασε και με το θέμα ασχολούνται πλέον μόνο οι πολύ γραφικοί, βάλε το ότι το καλύτερο νέο hip-hop προέρχεται από τα Βόρεια Προάστια (…./part X), βάλε λίγο το “gucci φόρεμα» και λίγο το βλακώδες «Εραστής Δυτικών Προαστίων», ο αέρας μύρισε «Δυτικές Συνοικίες vs Βόρεια Προάστια» και δημιουργήθηκε εύλογα η εξής απορία: Πώς μια μουσική, άρρηκτα δεμένη με την καταπίεση, την κατακραυγή και τον αγώνα των κατωτέρων κοινωνικών τάξεων και μειονοτήτων εκπροσωπείται από τα Β.Π.; «Ο πιο κακός mc» (που κυκλοφόρησε πριν από κάποια χρόνια) σατίρισε προφητικά (και ομολογουμένως πολύ πετυχημένα) μια κατάσταση που εξελίσσεται σήμερα. Αλλά ξέρετε τι γίνεται; Έχουμε βαρεθεί όλοι μας, τόσο πολύ τις κόντρες, παλιές (Πέραμα-Βύρωνας) και καινούριες (Κοκκινιά-Διόνυσος) που έχουμε πάψει να ασχολούμαστε και το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι το καλό hip-hop (και ας μην προέρχεται από τις φαβέλες).

Οι Στίχοιμα για παράδειγμα με ένα πολύ δυνατό, καυστικό και ωμό στίχο σχολίασαν σε δύο μόλις lp μεταξύ άλλων την εκκλησία, τον στρατό, την παιδεία, την βία της αστυνομίας και γενικά μια πληθώρα κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων, υπενθυμίζοντας σε όλους την χρήση και σκοπιμότητα ενός γνήσιου rap λόγου. «Ο μεγάλος εθνάρχης» αφήνοντας ξεκάθαρες αιχμές κατά του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου και προφητεύοντας όλες τις «κολακευτικές» για τον κλήρο καταστάσεις που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας πρόσφατα, χάρισε στους Στίχοιμα όχι μόνο την «τιμητική» πρώτη (αν δεν απατώμαι) μήνυση του ελληνικού χιπ-χοπ αλλά και extra points δημοσιότητας και φυσικά διαφήμισης. Όπως και να ´χει το συγκεκριμένο συγκρότημα εκπροσωπεί επάξια, το είδος όχι μόνο με την αναβίωση ενός λόγου επαναστατικού αλλά γενικότερα, με μια πολύ ώριμη στάση απέναντι στο hip-hop. Το μόνο σίγουρο είναι, (ότι εφόσον οι Στίχοιμα έχουν ανεβάσει το πήχη λίγο ψηλότερα –αυξάνοντας αμέσως αμέσως και τις απαιτήσεις του κοινού-), έχουμε πολύ μεγάλη περιέργεια για μελλοντική τους εξέλιξη.

Φτιάχνοντας ένα playlist τύπου: “They schools” –«Πες μου δασκάλα» /”Fuck the Police” – «Ελληνική Αστυνομία» και «Πολισμανία» /”I cant go to sleep” – «Ζητώ ακρόαση» /”If I ruled the world” – «αποδειχτήκατε χαζοί» / “Dont believe the hype” – «Ξύπνιος μέσα στα όνειρα κάποιων άλλων» / “Hip-Hop” (Dead Prez) – “Hip-Hop” (Στίχοιμα) κ.α., βάζοντας δηλαδή δίπλα σε ένα σημαντικό ξένο hip-hop κομμάτι ένα αντίστοιχης θεματολογίας ελληνικό διαπίστωσα ότι τα μισά κομμάτια ήταν από Στίχοιμα.

Και γι’ αυτήν και μόνο την διαπίστωση Respect No 5.

Επίσης ιδιαίτερα δραστήριο και δημιουργικά ανήσυχο είναι το 8μελές team των Βπεις, που μπορεί να μην έχουν τους πιο πρωτότυπους στίχους ever, αφήνουν όμως τις καλύτερες εντυπώσεις με πέντε τελείως διαφορετικούς mcs (όσον αφορά το στυλ) να συνυπάρχουν άψογα μεταξύ τους δημιουργώντας τελικά έναν πολύ ενδιαφέρον και οργανωμένο ήχο. Παρόλο που ένα track σαν το «αλήθεια λέω» δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου απαραίτητο (αφού ουσιαστικά ούτε κάτι καινούριο ειπώθηκε, ούτε βγήκε κάτι θετικό από την όλη υπόθεση) έχουμε περιέργεια και για την εξέλιξη των Βπεις, ελπίζοντας ίσως σε καλύτερες ρίμες.

Το φρέσκο αίμα βέβαια δεν περιορίζεται σε καμία περίπτωση σε αυτά τα δύο συγκροτήματα, αλλά σκοπός δεν είναι να γίνει μια πλήρης αναφορά ονομάτων (παλιών και νέων) όσο μια αναφορά στους βασικούς «πυρήνες» που απαρτίζουν ως τώρα το ελληνικό hip-hop.

Προς, σίγουρα, μεγάλη σας ανακούφιση αυτό –στο μεγαλύτερο μέρος του- αχαλίνωτο κράξιμο οδεύει στο τέλος του. Η κριτική που ασκήθηκε δεν φιλοδοξεί σε καμία περίπτωση να προσβάλει τον οποιοδήποτε και ο λόγος για τον οποίο έγινε τονίστηκε εξ αρχής: να προβληματιστούμε και να μιλήσουμε επιτέλους σοβαρά για το πώς μπορούμε να σπρώξουμε το hip-hop στην κορυφή, ξεπερνώντας για πρώτη ίσως φορά την απλή καταγγελία και προχωρώντας σε πράξεις.

Θέλω να ακούσετε πολύ-πολύ προσεκτικά τρία κομμάτια: το «εϊ ραψωδοί! που ‘ναι οι πένες σας» από terror-x-crew, το «hip-hop» από στίχοιμα και το «για την αγάπη αυτή (Just the two of us)» από Ρόδες και έπειτα να σκεφτείτε το τι πραγματικά είναι το hip-hop, όχι μόνο γενικά, αλλά και για τον καθένα από εσάς ξεχωριστά.

Σε αυτό το σημείο, αν είστε ακόμη ζωντανοί και δεν έχετε αφαιρέσει τη ζωή σας από απελπισία, θα ήθελα να σας συγχαρώ για την υπομονή σας, να σας ευχαριστήσω για τον χρόνο σας και να σας τονίσω δύο τελευταία πράγματα:

1) «η ραψωδία είναι βάρος, θέλει αρετή και τόλμη, θέλει θάρρος, ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΣΤΕΚΕΙΣ ΜΕΣ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΦΑΡ̀

2) επειδή “rap we do, hip hop is what we live”, στηρίξτε, σεβαστείτε και αγαπήστε το hip-hop με ένα σωστό τρόπο ζωής.

Το όνομά μου είναι m.i.l.
.αιώνιο
yo.

Οι σκέψεις και το σχόλια σας είναι ευπρόσδεκτα στο mil__101@hotmail.com (ΠΡΟΣΟΧΗ! η κάτω παύλα είναι διπλή).

 
< Προηγ.   Επόμ. >

Διαφημίσεις

 

Visitors Counter

12693561 Επισκέπτες

RSS

HipHop.com.cy RSS
?>